Spellbound
A scene from a teen fantasy film draft, co-written with Anastasis Panagis Meletis. It follows five magical girls (THE MERMAID, THE FAIRY, THE WARRIORESS, THE SHELLED ONE, THE DARK ONE) who flee into the woods after a devastating event. Their rivals, THE KINGS, are powerful and dangerous men intent on exploiting the girls’ powers.
ΣΚΗΝΗ 14.α
ΕΞ. ΔΑΣΟΣ, ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ/ ΜΕΡΑ
14α. Είναι η 5η μέρα της διαδρομής. Ξυπνάνε γιατί έχει αρχίσει να βρέχει και η καλύβα μπάζει νερά. Προσπαθούν να σώσουν ό,τι μπορούν και να επισπεύσουν την αναχώρησή τους. Κάπως προχωράνε και νιώθουν αισιόδοξες για αυτή τη μέρα.
Ξαφνικά η Εντομίνα δεν νιώθει καλά.
Περπατάει λίγο πιο πέρα και τελικά καταρέει. Οι άλλες πηγαίνουν να δουν τι συμβαίνει και παρατηρούν ότι έχει εμφανίσει περισσότερα εξωγκώματα —σαν νέα κομμάτια από κέλυφος—πάνω από τις πληγές της. Η ΝΕΡΑΪΔΑ και η ΠΟΛΕΜΙΣΤΡΙΑ την φροντίζουν, ενώ η ΣΚΟΤΕΙΝΗ και η ΓΟΡΓΟΝΑ συνεχίζουν τις προετοιμασίες. Φτιάχνουν έναν χάρτη και μαζεύουν τα πράγματά τους κάτω από αυτοσχέδια υπόστεγα. Μόλις όλα είναι έτοιμα και η ΕΝΟΜΙΝΑ νιώθει κάπως καλύτερα, φεύγουν και ξεκινάνε να περπατάνε προς το σπίτι της ΓΟΡΓΟΝΑΣ.
ΣΚΗΝΗ 14.β
ΕΞ. ΣΠΙΤΙ ΓΟΡΓΟΝΑΣ/ ΜΕΡΑ
Φτάνουν και βλέπουν φώτα απ’ έξω. Ακούγονται φωνές. Η Σκοτεινή παρατηρεί πως έρχεται ένα αμάξι και κάνει νόημα στις άλλες. Βγαίνουν δύο από το αμάξι.
ΣΚΟΤΕΙΝΗ
(τυφλώνεται από ακτίνες ήλιου,
λέει στην ΝΕΡΑΪΔΑ που βρίσκεται δίπλα της)
Ποιοι είναι; Τους ξέρεις;
ΝΕΡΑΪΔΑ
(κοιτάζει προς το αμάξι, τρομαγμένη)
Ναι, αυτοί είναι!
Πάνε αρχικά να φύγουν επειδή τρομάζουν, αλλά βλέπουν να βγαίνει ο πατέρας της ΓΟΡΓΟΝΑΣ από το σπίτι που τους δίνει κάτι κουτιά και τα φορτώνουν στο αμάξι. Η ΓΟΡΓΟΝΑ φρικάρει και φεύγει τρέχοντας. Η ΠΟΛΕΜΙΣΤΡΙΑ την ακολουθεί.
Οι άλλες τρεις κάθονται και ακούνε τη συζήτηση.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΙΝΑΡΙΟ
Αυτά είναι όλα;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΚΥΠΕΛΛΩΝ
(νιώθει άβολα, αμήχανα)
Ναι, ναι. Έχουν καθυστερήσει κάποιες παραγγελίες..
αν δεν θέλετε κάτι.. άλλο..
(πάει να φύγει)
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΣΠΑΘΙ
(πάει να τον σταματήσει- κάπως νταής)
Κάτσε, που πας;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΚΥΠΕΛΛΩΝ
(φοβισμένος κάπως)
Τι είναι;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΙΝΑΡΙΟ
Η κόρη σου είναι πάνω, σωστά;
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΚΥΠΕΛΛΩΝ
(αμήχανος κ νευρικός, λέει ψέματα)
Εεε, που αλλού θα μπορούσε να είναι; Έχουμε μια συμφωνία το ξεχάσατε;
(γελάει αμήχανα κάνει κάτι άβολο)
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΙΝΑΡΙΟ
Όχι βέβαια, μία υπενθύμιση ήθελα να κάνω.
(περπατώντας για να μπει στο αμάξι)
Εσύ μας βοηθάς με τις παραγγελίες,
η ΓΟΡΓΟΝΑ μένει στο κουκλόσπιτο,
εμείς δεν την πειράζουμε.
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΚΥΠΕΛΛΩΝ
(γνέφει καταφατικά τρομαγμένος)
ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΙΝΑΡΙΟ
Τότε θα σου πρότεινα να της απαγορεύσεις τις νυχτερινές βουτιές…
(ειρωνικά μέσα από το αμάξι με ανοιχτό παράθυρο)
Μην χαλάσουμε και την συμφωνία μας!
Ο πατέρας της Γοργόνας, Βασιλιάς των κυπέλλων, τρομαγμένος μπαίνει μέσα.
Το αμάξι φεύγει.
GR/Original
SCENE 14.a
EXT. FOREST, OUTSIDE OF THEIR HOUSE/SHACK- DAY
14a. It’s day 5 of the journey. They wake up because it has started raining and the shack is leaking. They try to save whatever they can and hasten their departure. Somehow, they move on, feeling optimistic about this day.
SUDDENLY THE SHELLED ONE DOES NOT FEEL WELL.
She walks a little farther away and eventually collapses. The others go to see what is happening and notice that she has developed more protrusions—new shell-like formations—on top of her wounds. THE FAIRY and THE WARRIOR take care of her, while THE DARK ONE and THE MERMAID continue the preparations. They draw a map and gather their belongings under makeshift shelters. Once everything is ready and THE SHELLED ONE feels somewhat better, they set off and begin walking toward THE MERMAID’s house.
SCENE 14.b
EXT. OUTSIDE MERMAID’S HOUSE -DAY
They arrive and notice lights outside. Voices can be heard. THE DARK ONE observes that a car is approaching and signals to the others. Two people step out of the car.
THE DARK ONE
(blinded by rays of sunlight,
speaks to THE FAIRY beside her)
Who are they? Do you know them?
THE FAIRY
(looking toward the car, frightened)
Yes. It’s them.
At first, they move to leave, frightened, but then they see THE MERMAID’s father coming out of the house. He hands over some boxes, which are loaded into the car. THE MERMAID panics and runs away. THE WARRIOR follows her.
The other three stay behind and listen to the conversation.
KING OF PENTACLES
Is that everything?
KING OF CUPS
(uncomfortable, awkward)
Yes, yes. Some orders have been delayed…
If you don’t need anything else…
(moves to leave)
KING OF SWORDS
(stopping him, somewhat aggressive)
Hey! Where are you going?
KING OF CUPS
(uneasy)
What is it?
KING OF PENTACLES
Your daughter is upstairs, right?
KING OF CUPS
(nervous, lying)
Uh… where else would she be? We have an agreement, did you forget?
(laughs nervously, makes an awkward gesture)
KING OF PENTACLES
Of course not. I just wanted to remind you.
(walking toward the car)
You help us with the orders,
THE MERMAID stays in the dollhouse,
and we don’t bother her.
KING OF CUPS
(nods, terrified)
KING OF PENTACLES
Then I would suggest you forbid her night dives…
(mockingly, from inside the car, window open)
Let’s not ruin our agreement.
THE MERMAID’s father, KING OF CUPS, terrified, goes back inside.
The car drives away.